αὐτόσπορος

αὐτό-σπορος, ον,
A self-sown, A.Fr.196; self-begotten, Nonn.D.7.73,al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυτόσπορος — αὐτόσπορος, ον (Α) αυτός που έχει σπαρθεί από μόνος του ή που είναι γόνιμος από μόνος του …   Dictionary of Greek

  • αὐτόσπορος — self sown masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόσπορον — αὐτόσπορος self sown masc/fem acc sg αὐτόσπορος self sown neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόσπορε — αὐτόσπορος self sown masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτόσποροι — αὐτόσπορος self sown masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταὐτόσποροι — αὐτόσποροι , αὐτόσπορος self sown masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.